6/2/08

Το διχτυ

Μικρη μου Γαλατεια,

Καθε φορα που πιανω χαρτι και μολυβι (πληκτρολογιο εν προκειμενω) νιωθω ως ενας αλλος Οδυσσεας. Αγνοω παντελως αν το ταξιδι που αρχιζω θα με βγαλει στον νησι του Πολυφημου, της Κιρκης η των Φαιακων. Μολαταυτα, αφηνομαι παντελως στα χαρτινα του κυματα (η τα ψηφιακα) και στις βουλες του κυκλοθυμικου Ποσειδωνα, κι αναρωτιεμαι ειλικρινα για το που θα με οδηγησει αυτη τη τη φορα ο νους μου κι ο λογισμος σου! Γιαυτο κι ο τιτλος παντα μπαινει στο τελος και τα μονα σταθερα κι αναποσπαστα, οπως φανταζομαι να εχεις ηδη προσεξει, ειναι η προσφωνηση κι η αποφωνηση. Κι οχι εξ ' αιτιας ελλεψης εμπνευσης, πιστεψε με! Αλλα γιατι ειμαι σιγουρος οτι θα εισαι παντα η μικρη μου Γαλατεια και καλο θα ηταν να μπορουσες να μου υποσχεθεις (δεν το θελω ομως γιατι θα ειναι ψεμα) οτι θα ειμαι για παντα ο Πυγμαλιωνας σου!

Ας επανελθω ομως γοργα στον οιρμο των σκεψεων μου και να σου μιλησω λιγο για τον ερωτα. Ναι, καλα ακουσες τον ερωτα! Μπορει η επαρση των νιατων σου να σε κανει να αντιδρασεις βιαστικα και να θελησεις να με διαψευσεις αμεσα μα ασκοπα, λεγοντας μου πως ξερεις οσα σου ειναι απαραιτητα για να περιπλανηθεις στα δαιδαλωδη σοκακια που θα σε οδηγησουν στην ολοκληρωση, ομως τα γραφομενα σου σε προτερες σου επιστολες σε διαψευδουν πανηγυρικα! Εκπλησσομαι να διαβαζω πως φοβασαι να δειξεις ολα σου τα συναισθηματα απο φοβο μιας (ακομη ;) πληγης στην ευσθητη καρδια σου. Εχε λοιπον παντα κατα νου μικρη μου, πως η καρδια ειναι ενας μυς και μαλιστα ο πιο σφριγηλος κι ανθεκτικος του ανθρωπινου σωματος! Κι οπως καθε μυς, ετσι κι αυτος, οφειλει να τυγχανει συνεχους και αδιαλειπτου εκγυμανσης! Κι αυτο μπορει να επιτευχθει μονο αν την υποβαλεις σε εντασεις και συγκινησεις, που εξ' ορισμου ειναι τοσο θετικες οσο και αρνητικες!

Αλλωστε, ως γνωστον, ειμαι απολυτος οπαδος της καρμικης θεωριας, που υποστηριζει πως ολα οσα θα μας συμβουν σε αυτη τη ζωη, η εστω τα καιρια γεγονατα που ειναι ικανα να αλλαξουν τον ρου της, ειναι ανεκαθεν προδιαγεγραμμενα, ισως και πριν το αμφιλεγομενο big bang. Γιαυτο σου λεω να αφεθεις στο ηδη ασφυκτικο ιστο που σε εχει ηδη περιπλεξει, μιας κι αλλωστε ουσιαστικα δεν εχεις αλλη εναλλακτικη επιλογη. Απολαυσε το προνομιο του να εισαι ερωτευμενη για το μεγεθος των συνεπειων, αφου να ξερεις οτι θα ειναι απολυτως αναλογο με το ποσο ευτυχισμενη θα νιωσεις. Και ξερω πως σε εκανα να συνοφριωθεις αποτομα, εκει που ειχε αρχισει να διαγραφεται ενα μειδιαμα ανακουφισης στον πανθομολογουμενως γοητευτικο σου προσωπο, μα ψεμματα δε θα σου πω. Τουλαχιστον οχι για τοσο σοβαρα θεματα ;-)

Ο Πυγμαλιωνας σου

Υ.Γ. Μετα απο ωριμη σκεψη και μετα απο ενδελεχη ερευνα, αποψε αποφασισα να ντυσω μουσικα την επιστολη μου αυτη με ενα τραγουδι, η μαλλον καλυτερα με ενα ποιημα ενος σπουδαιου ποιητη που εχει μελοποιηθει απο εναν εξισου σπουδαιο μουσικοσυνθετη. Κι αυτο δεν ειναι αλλο απο "Το διχτυ" σε τεσσερις ακουστικες εκδοχες του και μια πεμπτη οπτικοποιημενη.


Το Δίχτυ

Μουσικη: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος


Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή,
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι!
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ-πρωί,
Γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ!


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς,
κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει!
Μονάχος βρες την άκρη της κλωστής,
κι αν είσαι τυχερός, ξεκίνα πάλι!


Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά,
που είναι γραμμένα σ’ εφτασφράγιστο κιτάπι.
Άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά,
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη!



Πατα το PLAY και δυναμωσε τα ηχεια!!!







boomp3.com

boomp3.com

boomp3.com

boomp3.com




4 σχόλια:

sophie_jamaica είπε...

egw tha se akousw Pygmaliwn to idio elpizw na kanei kai h Galateia... Fantastiko tragoudi-melopoihmeno poihma, kapoia stigmh tha sto klepsw...Makiaaaa

kioy είπε...

Μπορεί να είσαι ολιγογράφος φίλε πυγμαλίων, όπως διατυμπανίζεις, αλλά η ποιότητα είναι αυτό που μετράει...
Και όταν πιάνεις την πέννα(είτε είναι πληκτρολόγιο είτε οτιδήποτε άλλο η πέννα του μυαλού γράφει) το κάνεις με το ξεχωριστό σου και γοητευτικό ύφος... Πολύ ωραίο το Δίχτυ που μας παραθέτεις... Να κάνω μια ερώτηση; Το έχει πει και η Βιτάλη ε;
Καλό σου βράδυ φίλε μου...

Ανώνυμος είπε...

Copyright 2005 ΠΏΡΙΉΣ ΧΟΛΙΑΣΤΟΣ
για την ελληνική γλώσσα σε όλο του κόσμο
Η πυευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμιά διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά το Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τo Ν. 100/1975), απαγορεύεται η αυαδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης και γενικά η αναπαραγωγή ΤΟΥ παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά,στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.




Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αυτιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγωνται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει ΤΟ παν και αυτοκαταστρέφεται.
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)




Ο «ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ» είναι θεατρικό έργο στο οποίο ιστορείται ο μυθικός έρωτας του Πολύφημου και της Γαλάτειας σε έμμετρη μορφή.
Σας δίνω την πρώτη πράξη του έργου. Οι επόμενες θα σας δοθούν εφόσον μου πείτε ότι τις θέλετε




ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)
Χρόνος: μυθικός
Τόπος: Οι πρώτη, όεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο,
Πρόσωπα του έργου: Γαλάτεια, Γλαύκη, Νηρηίδες (η φωνή τους), Πολύφημος, Γλαύκος, Δίας, Ερμής. Αφροδίτη, Άκις.
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ (παραλία)
ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνει!
Ο σκοτεινός πώς φώτισεν ο κόσμος!
Γεμάτη με γητέματα και μάγια
η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
To σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
Τον φτερωτού Θεού γιά με. Αχ! Έρω!
Διπλα σ’ ευχαριστώ απ' την καρδιά μου.
Η κάθε λύπη μου έχει πιά φύγει
κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
Αχ! Έρωτα! Σε φίλτρο ποιό βνθίζεις
τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
την ευτυχία τον κάνοννε να νιώσει…
Πριν ήμουνα μιά Νύμφη όπως όλες.
Τώρα μια Νύμφη είμαι που αγαπάει
και,Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
Τo σώμα μου μιά γλύκα το κατέχει.
Χαρά μια χύθηκε μες στην φυχή μου-
χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον ΆΚΙ.
Tι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
Και τι να το ‘κανα της ζωής το όώρο
αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
Μα έχω απ' αγάπη πλημμυρίσει.
Θεοί! Αυτό λοιπον το μυστικό σας!
Θεά είμαι κι εγώ τώρα κοντα σας.
Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
Η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας.
Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
ως ήταν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
ΚΙ αγριοι δράκοντες τη μακελλεύαν
έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
έτσι και 'γω 'μαι τώρα στολισμένη
με μύρια δώρα.Και λαλώ-κι ανθίζω.
Σ’αυτά τα μέρη η ζήση μου περνούσε.
Με τις πολλές παρέα τις αόερφές μου
έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
Καμιά η θάλασσα της Σικελίας
κρυφή απ' τις χάρες της δε μου κρατούσε.
Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
και των νερών της τις τερπνές εικόνες
και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
όλα γιά μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
Μα ΚΙ αν δεν τά ’χε ποιός τηνε ρωτούσε;
ποιος στα τρελλα της νιότης μας παιχνίδια
κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
Όμως σα νιό κι εκείνη κοριτσάκι
γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας.
Αλλ' άψυχη χαρά ήταν εκείνη
και στη σπηλιά μας βράόυ σα γυρνούσα
οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
κι ενιωθα τη χαρά μου προδομένη.
Κι εγώ, η αθάνατη,μες στου θανάτου
τα βρόχια ήμουνα παγιδεμένη.
Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
Πόσες ευχές όεν εκανα στο Δία
θνητή παρακαλώντας να με κάνει
ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνονς...
Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
κάνε με μια πετρούλα-εν' ανθάκι
Κάνεμ’ ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω».
Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία
μ’ άφησες όπως ήμουν γιατί άλλο
σχεδιαζανε τα φρένα σου γιά μένα.
Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
Και να! Όλα στη ζωή μου μέσα αλλάξαν
κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
απ' της αγάπης τη γλυκειά τη χάρη.
Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
Και σείς, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.

(Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).

Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
Είναι που τώρα όπου και να πάω
του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
Eίναι που του Άκι μου η κάθε σκεψη
και σκέψη έγινε γλυκειά δική μου.
Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
οι δυό υπάpξεις μας, καθώς όεμένο
το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω. Ας πάω γιά να όουν οι αόερφές μου Την αλλαγή που μού ‘φερε η αγάπη.
Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες
γιατ’η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
που την αγάπη τη γλνκειά τραβάει.

(Βγαίνει η Γαλάτεια. H Γλαύκη έρχεται
στο κέντρο της σκηνής).


ΓΛΑΥΚΗ
Ας ήτανε κι εγώ να τραγουδήσω
γιά την αγάπη όπως η Γαλάτεια.
Ο Άκις δεν τη διώχνει από κοντά του
και δείχνει να του αρέσει. Κάποια μέρα
θα τους ενώσει σίγουρα η Αγάπη.
Αλλ’ αν εγώ το στομα μου θ’ ανοίξω
κατάρες και βρισιές θα ‘χω γιά κεινην-
γιά χρόνια τον Πολύφημο αγαπάω
κι ούτε αυτός που με προσέχει όιόλου.
To πάθος που γι αυτόν έχω με τρωει.
Η γλύκα τον μουάχου του ματιού του
με λιώνει.Κι όπου αν πάω,κι όπου γυρίσω
η θύμησή του όλην με κατέχει.
Μα εκείνος τον αγύριστο το νου του
Τον εχει στη Γαλάτεια όλον δοσμένον.
Γιά χρόνια τώρα υποφέρω έτσι.
Κι ολόκληρη η ζωή μου έχει φύγει
Σ’ αυτόν τον πόνο μεσα βουτηγμέυη.
Πόσο προσπάθησα να τόνε κάνω
κι εμένα λίγο έστω να προσέξει…
Χαμένη πήγε κάθε μου προσπάθεια.
Γι αυτόν υπάρχει λες στον κόσμο μέσα
μον' η Γαλάτεια κι άλλη πια καμία.
Και κάθε τόσο εν’ απ’ τα μεγάλα
σφάζει τα πρόβατά του και θυσία
στην Αφροόίτη τη θεά προσφέρει,
δική του να του δώσει τη Γαλάτεια. Κνίσσες γεμίζει όλος γυρω ο τόπος
και λιγοστεύουνε τα πρόβατά του.
Μα η Γαλάτεια γνώμη δεν αλλάζει.
Γιά μένα βέβαια καλό αυτό ’ναι
γιατί μ’ αφήνει μια μικρήν ελπίδα
πως κάποτε ο Πολύφημος θα πάψει
να θέλει εκείνη που τον αποφεύγει
και στη δική μου αγκαλιά θε να ‘ρθει.

(Μικρή σιωπή . Σκεπτική)

Πολύ χαρούμευη ήταν η Γαλάτεια.
Εύχομαι η αιτία της χαράς της
αρχή και για χαρά δική μου να ‘ναι.
Αλλά σα να ‘ργησε απόψε ο ύμνος
που ψάλλουν κάθε βράδυ οι αδερφές μου-
που τους καυμούς τους στα φτερά του παίρνει
και τους σκορπά στο βραδινόν αέρα
κι αυτός, όπου ψυχή, τηνε σπαράζει.

(Μπαίνει ο Πολύφημος.Η Γλαυκη πάε ι κοντά του και με τα δυό της χέρια αγκαλιάζει τα χέρια του με λαχτάρα).

Καλώς τον τον Πολυφημο.Τι κάνεις;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Καλά κι εγώ 'μαι και τα πρόβατά μου.
Καλά κι η μέρα πήγε ως τα τώρα.
Τέσσερα αρνιά οι προβάτες μου γεννήσαν.
Τ’ άφησα στη σπηλιά με τις μανάδες.
Τ’ άλλα τ’ απόλυσα εδώ πιό πέρα
να βόσκουν στο παχύ της γης χορτάρι
κι ήρθα να δω γιά λίγο τη Γαλάτεια
ΚΑΙ γιά ν’ ακούσω τ’ όμορφο τραγούδι
που ολες αντάμα λέτε κάθε βράδι.

ΓΛΑΥΚΗ
Αχ! αν τα λόγια σου ήτανε μαχαίρια
χίλιες φορές θα μ’ είχανε σκοτώσει
έτσι οπως ίσια μπαίνουν στηυ καρδιά μου.
Κι έτσι αθώα ως βγαίνουν σου απ' τα χείλη
απόδειξη καθένα είναι ΟΤΙ
πιό εύστοχο το βέλος ειναι ’κείνο
που ρίχνεται χωρίς να σημαδεύει.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Τα λόγια σου δεν τα καταλαβαίνω,
Γλαύκη ,και δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Mα πες μου πούθε πήγε η Γαλάτεια;
Και μήπως ηρθα αργά γιά το τραγούδι;

ΓΛΑΥΚΗ
Εδώ τριγύρω κάπου ειν’ η Γαλάτεια.
Eίναι καλά.Την είδα εγώ πριν λίγο.
Kι ακόμα το τραγούδι οι αδερφές μου
δεν το ’πανε. Σα να σε περιμέναν.

(Ακούγεται μιά γλυκειά μουσική
και ύστερα το τραγούδι,)

Μα να που το τραγούδι αρχινάει.

(Ο Πολύφημος της κάνει νόημα να σωπάσει.
Kαι ΟΙ δύο κάθονται αμίλητα ακούγοντας)

ΝΗΡΗΙΔΕΣ
Έρωτα εσύ, ασπροφτέρουγο αγόρι
εσύ μάς γέννησες-δε μας λυπάσαι;
Ρίξε τα βέλη σου τα πυρωμένα
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Ελα και δος μας ό,τι δίχως κείνο
η νύχτα Τάρταρα κι Άδης η μέρα.
Έλα και τα κορμιά έχουν ανοίξει
σαν τα πολύσπερμα ώριμα ρόδια.
Έλα και τάισε, μέρεψε το λύκο
που κλείνουμε ανάμεσα στα πόδια.
Έλα στα ζαρκαδένια μας τα στήθια
να φέρεις το τραχύ αντρίκιο χέρι.
Εσύ που την Ψυχή είχες αγαπήσει
κι ωσότου να τη βρεις πονούσες τόσο,
εσύ την πυρκαγιά μπορείς να νιώσεις
βαθιά μέσα στα στήθη μας που καίει.

Εσύ που γέννησες Θεούς κι ανθρώπους,
Έρωτα, μή μονάχες μάς αφήνεις
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Κι αν, Έρωτα,ζωή μάς έχεις δώσει-
μα είναι θάνατος χωρίς αγάπη.
Δίχως τον άντρα είναι το κορμί μας
έρημος που ανήλεα την καίει
ο φλογερός της πεθυμιάς ο ήλιος.
Ερωτα στείλε μπόρες, καταιγίδες…
Στείλε θεέ τον άντρα.-πότισέ μας.
Στείλε θεέ ένα χέρι να χαδέψει
Τ' αχάδευτο κι αφίλητό μας τ’ άνθος.
Είμαστε ατρύγητα μικρά δεντράκια
και μάς βαραίνουν οι πολλοί καρποί μας΄
Διαφευτευτές ζητάμε πεινασμένους.
Να δώσουμε-να δώσουμε ζητάμε.
Ερωτα δος μας τη γλυκειάν αγάπη.
Εσύ μάς γέννησες-δε μάς λυπάσαι;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μόνες εδώ να πλένε στ’ ακρογιάλι
κανείς να τις λυπάται είναι αλήθεια…
Θυσίες κάνουνε στην Αφροδίτη;

ΓΛΑΥΚΗ
Κάνουν μα η θεά όεν τις ακούει.
Αλλά εγώ ανάγκη δεν την έχω.
Εκείνο που ζητούσα εγώ το βρήκα.
Και εισ' εσύ Πολύφημε ο άντρας
που αγαπώ .Μ’ αρέσει η δύναμή οου.
Μ’ αρέσει το αντρίκιο το κορμί σου.
Μ’ αρέσ’ η μυρωδιά σου η τραγίσια.
Μ’ αρέσουν όσα λες και όσα κάνεις.
Γιατί και συ δε μ’ αγαπάς λιγάκι;
Και δε με νιάζει αν πετώντας βράχια
βουλιάζεις τ’ ανεμόφτερα καράβια.
Και δε με νιάζει αν τρως ανθρώπων κρέας.
Kαι δε με νιάζει αν έτρωγες και μένα
τα χέρια σου αφού πρώτα θα με κλείσουν.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Έχω καράβια να βουλιάξω χρόνια,
σα μου ’πε η Γαλάτεια πως δεν πρέπει.
Κι όταν μου είπε πως καλό δεν είναι
να τρώω ανθρώπους, έχω σταματήσει.
Ο,τι μου είπε όλα τα ’χω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.
Ακόμα τα μαλλιά μου τα χτενίζω
και τώρα δε γυρνώ με βρώμια ρούχα.
Μα τίποτα δεν άλλαξε. Τι άλλο
να κάνω πρέπει για να μ’ αγαπήσει;
Kαι τελευταία την είδα να μιλάει
με το βρωμιάρη :αυτόν-το γιο του Πάνα.
Τον Άκι. Και την είδα να γελάει
μαζί του όπως με μένα δε γελάει.
Με μέ γελάει για να κοροιδέψει
κάτι που πάνω μου δεν της αρέοει
Μ’ αυτόν γελούσε μες απ' την καρδιά της
σα να ’θελε να τον ευχαριστήσει. . .
Αλλά μπορεί και να μου φάνηκε έτσι.
Δεν είναι σίγουρο αν δε δει το μάτι
κι αν δεν ακούσουνε τ’ αυτιά καθάρια
τις πράξεις και τα λόγια, που υποψία
καμία στην ψυχή μας δεν αφήνουν.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Πολύφημε γιατί να τυρρανιέσαι
για κάποια που εκείνη δε σε θέλει
αφού υπάρχω εγώ που η καρδιά μου
δική σου είναι δίχως να ζητάει
τίποτ' απ' όσα σου ζητά’ η Γαλάτεια;
Σε μένα αρέσεις έτσι όπως είσαι
και δε ζητώ καθόλου να σ’ αλλάξω.
Πέτα όσες θέλεις πέτρες΄και καράβια
βούλιαζε όσα μπορείς. Και τα μαλλιά σου
μην τα χτενίζεις . Φόρα βρώμια ρούχα
και μη μιλάς μ’ ευγένεια και με χάρη.
Δε με πειράζουν ολ’ αυτά εμένα.
Έτσι σε θέλω: αρρενωπόν κι αγροίκο
καθώς οι άντρες οι αληθινοί ’ναι.
Να ’χεις στο νου σου τη Γαλάτεια πάψε
και πάρε εμένανε στην αγκαλιά σου.
Γιατί Πολύφημε να υποφέρεις;
Γιατί ΚΙ εμένα να με βασανίζειςς

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Γλαύκη είσαι όμορφη και σύ σαν κείνη
ΚΑΙ σ’ αγαπώ και σενανε στ’ αλήθεια.
Μα όπως έχω μες στα πρόβατά μου
γιά μια προβάτα πιότερην αγάπη
από τις άλλες, που αν θα με ρωτούοαν
"θάθελες να σου πάρουμε τη μία,
εκείνη την προβάτα, ή δέκα άλλες;"
τις δέκα αντίς της θα ’δινα τις άλλες,

έτσι και τώρα –το γιατί δεν ξέρω –
στο νου μου έχω πάντα τη Γαλάτεια.
Θυσίες στην Αφροδίτη όσες κι αν κάνω
όλες ως τώρα πάνε στα χαμένα.
Κι αφότου ηρθ' εδώ αυτός ο ξένος
τα πρόβατά μου δύο δυο τα σφάζω
διπλά η χάρη της να με προστρέξει.

ΓΛΑΥKΗ
Κι αν δε μου το ’λεγες όμως το ξέρω
από τις κνίσσες που τον γύρω αέρα
διπλά με μυρωόιές βαριές γεμίζουν.
Και δίλημμα μεγάλο την φυχή μου
στα δυο χωρίζει. Από τη μία θέλω
να κάνει ότι ζητάς η Αφροδίτη,
μ’ από την άλλη "όχι" λέω πάλι
"γιατί για πάντα έτσι θα τον χάσω"•
Δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω.
Μα μήπως επερίμενα ποτέ μου
εγώ, η Γλαύκη η όμορφη, η κόρη
του κραταιού και δίκαιου Νηρέα
να γίνω πεpιγέλιο της αγάπης;..
Γη κι Ουρανέ και σύ Ωκεανέ μου
και Χάος και Νύχτα κι Έρεβος κι Αιθέρα,
προπάτορές μου κραταιοί, σάς κράζω
ελπίδα μες στην τόση απελπισιά μου:
δώστε μου του Πολύφημου το χάδ ι.
(Τέλος της πρώτης πράξης)


GIVRGHS XOLIASTOS

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ είπε...

Αγαπητε Γιωργη,

Να ομολογησω πως δεν καταλαβα ακριβως το πειεχομενο και σκοπο του ποστ σας! Ομως θα χαρω να μου στειλετε ολοκληρο το εργο αν κι εγω ειμαι εμπνευσμενος απο το μυθο του Πυγμαλιωνος και της Γαλατειας!

Εν τω μεταξυ δεν εχω τροπο επικοινωνιας μαζι σας!

Αν θελετε το μειλ μου εινια

pygmaliwn-galateia@hotmail.com

Μετα τιμης,

Πυγμαλιων.